ερμίνα

(hermine). Γένος θηλαστικών της οικογένειας των μουστελιδών. Περιλαμβάνει μικρά και αρπακτικά σαρκοφάγα ζώα που ζουν στη δυτική και στην κεντρική Ασία καθώς και σε μερικές ευρωπαϊκές χώρες. Το σώμα τους, το οποίο έχει μήκος 30 εκ., καλύπτεται από καστανόχρωμο τρίχωμα που τον χειμώνα γίνεται τελείως λευκό. Την ημέρα φωλιάζουν σε κοιλότητες του εδάφους και τη νύχτα βγαίνουν για να κυνηγήσουν τη λεία τους, που αποτελείται από μικρά θηλαστικά και πουλιά. Η μηλωτή της ε. είναι θαυμάσιο και ακριβό γουναρικό και γι’ αυτό ιδιαίτερα περιζήτητο. Μία ερμίνα, με το χαρακτηριστικό χειμερινό λευκό της τρίχωμα.
* * *
η
ζωολ. 1. γένος θηλαστικών τής οικογένειας τών μουστελιδών που περιλαμβάνει μικρά αρπακτικά σαρκοφάγα ζώα.
2. πολύτιμη γούνα από το δέρμα τών ζώων αυτών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. hermine < αρχ. επίθ. (h)ermin, λατ. Armenius (mus) «ποντικός τής Αρμενίας». Το ζώο ερμίνα καθώς και η γούνα που προέρχεται από αυτό ονομάστηκε έτσι επειδή το είδος αυτό αφθονούσε ιδιαίτερα στη Μικρά Ασία].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ερμίνα — η (λ. γαλλ.) 1. ζώο θηλαστικό της οικογένειας Ικτίδες. 2. γουναρικό από ερμίνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑρμῖνα — ἑρμίς bedpost masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμῖν' — ἑρμῖνα , ἑρμίς bedpost masc acc sg ἑρμῖνι , ἑρμίς bedpost masc dat sg ἑρμῖνε , ἑρμίς bedpost masc nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γούνα — Δέρμα μαστοφόρου που το τρίχωμά του γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως ένδυμα καθώς και για φοδράρισμα ή στόλισμα ενδυμάτων. Η γ. είναι συνήθως πιο σκούρα στην πλάτη παρά στα πλευρά ή στην κοιλιά του ζώου. Συνήθως στις …   Dictionary of Greek

  • ενδυμασία — Το σύνολο των αντικειμένων –οποιουδήποτε υλικού ή τρόπου κατασκευής– που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να ντύνεται και να στολίζεται. Για πολύ καιρό, ιδιαίτερα σε περιοχές τις οποίες ευνοούσε το θερμό κλίμα, οι άνθρωποι δεν ένιωθαν την ανάγκη να… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • ικτίδες — οι ζωολ. γενική λόγια ονομασία σαρκοφάγων θηλαστικών τής οικογένειας mustelidae στην οποία ανήκουν πολλά ζώα, όπως η νυφίτσα, η ερμίνα, το κουνάβι κ.ά …   Dictionary of Greek

  • αλπική πανίδα — Πολλά είδη χαρακτηριστικών ζώων της αλπικής περιοχής μοιάζουν με τα ζώα των αρκτικών περιοχών, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί να θεωρηθεί πως έχουν κοινή προέλευση. Κατά τη φάση της μέγιστης επέκτασης των παγετώνων της τεταρτογενούς,… …   Dictionary of Greek

  • Ανουίγ, Ζαν — (Jean Anouilh, Μπορντό 1910 – 1987). Γάλλος θεατρικός συγγραφέας. Στις πρώτες του κωμωδίες,όπως Η Ερμίνα (1932), Ο ταξιδιώτης χωρίς αποσκευές (1937) και Η άγρια (1938), που μπορούν να θεωρηθούν προοίμιο της μελλοντικής θεατρικής του… …   Dictionary of Greek

  • Ασία — I Mία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται ολόκληρη σχεδόν στο βόρειο ημισφαίριο, και από γεωμορφολογική άποψη αποτελεί με την Ευρώπη αδιαχώριστη ενότητα, στην οποία δίνεται η ονομασία Ευρασία. H Α. είναι η μεγαλύτερη από όλες τις ηπείρους. Καλύπτει …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.